Με άρθρο του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Ειδικός Γραμματέας Διακυβέρνησης Δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης, Βασίλης. Καρκατζούνης παρουσιάζει τη συμβολή της Ελλάδας στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα deepfakes.
Τα deepfakes αποτελούν μία από τις πλέον χαρακτηριστικές αλλά και ανησυχητικές εκφάνσεις των σύγχρονων συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Πρόκειται για οπτικοακουστικό περιεχόμενο (εικόνα, ήχος ή βίντεο) που παράγεται ή τροποποιείται από ΤΝ και μοιάζει πειστικά με υπαρκτά πρόσωπα, γεγονότα ή τοποθεσίες, δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση αυθεντικότητας. Τα deepfakes μπορεί να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς σάτιρας ή ψυχαγωγίας, την ίδια στιγμή όμως εγείρουν σοβαρές προκλήσεις για την αξιοπιστία της πληροφορίας, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.
Η εξάπλωση των deepfakes τα τελευταία χρόνια είναι εκρηκτική, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικού και τεχνητού. Σύμφωνα με έρευνες, τα deepfake βίντεο αυξήθηκαν κατά 550% την περίοδο 2019-2023, ενώ μέχρι το τέλος του 2025 υπολογίζεται ότι διαμοιράστηκαν στο διαδίκτυο έως και 8 εκατομμύρια deepfakes, από περίπου 500.000 το 2023, γεγονός που αντιστοιχεί σε σχεδόν διπλασιασμό κάθε έξι μήνες. Παράλληλα, υπολογίζεται ότι πάνω από το μισό περιεχόμενο στο διαδίκτυο είναι ήδη AI-generated, με τους χρήστες – ακόμη και ειδικούς στον χώρο – να δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να διακρίνουν το συνθετικό από το πραγματικό.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις των deepfakes είναι πολυεπίπεδες. Πρώτον, στο πεδίο της δημοκρατίας και των διπλωματικών ισορροπιών, η δυνατότητα πειστικής αναπαράστασης πολιτικών προσώπων ή δημόσιων γεγονότων μπορεί να υπονομεύσει τον δημόσιο διάλογο, να επηρεάσει εκλογικές διαδικασίες και να διευκολύνει οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης, μετατρέποντας την ΤΝ σε εργαλείο υβριδικών απειλών. Δεύτερον, σε επίπεδο ασφάλειας και οικονομίας, τα deepfakes αξιοποιούνται ολοένα και περισσότερο σε οικονομική απάτη μεγάλης κλίμακας, πλαστοπροσωπία και υποκλοπή ταυτότητας, καθιστώντας την εγκληματική δραστηριότητα πιο πειστική και δυσκολότερα ανιχνεύσιμη. Τρίτον, σε ό,τι αφορά τα ατομικά δικαιώματα και την ιδιωτική ζωή, μεγάλο μέρος των deepfakes αφορά μη συναινετικό σεξουαλικό περιεχόμενο, στη συντριπτική του πλειονότητα σε βάρος γυναικών, με σοβαρές επιπτώσεις στην αξιοπρέπεια και την ψυχική υγεία των θυμάτων. Τέλος, πλήττεται συνολικά η εμπιστοσύνη στην πληροφορία: το λεγόμενο liar’s dividend οδηγεί τους πολίτες να αμφισβητούν ακόμη και αυθεντικό υλικό ως «πιθανό deepfake», προκαλώντας μια γενικευμένη κρίση αξιοπιστίας.
Δείτε αναλυτικά το άρθρο στο https://www.amna.gr/home/article/972097/.